Ιριδίζων φως πάνω στα κύματα.
Πλέουμε, μυριάδες, ανώφελα τα στίγματα.
Αλλά φευ! Αλάργα η στεριά˙
Αλκολίκι το πάθος, κοντραμπάντο επίφοβο.
Τι ειν’ η αγάπη τελικά; Ένα θηρίο ανήμερο;
Κι αυτό που μένει, λάφυρο απ’ το τελευταίο αλισβερίσι.
Ένα μπαούλο αδειανό, παντοτινά γεμάτο˙
Ένα φανάρι τρεμοσβήνει κάπου στον ορίζοντα˙
Μπαρκάρουμε και πάλι. Η μοναξιά, κινεί καράβι.
Νηνεμία.
Αχιλλέας Αχιλλέως
Λεμεσός, 18/06/2014